Λέγεται ότι μια μέρα ο Βούδας περνούσε από ένα χωριό και αποφάσισε να καθίσει στη σκιά ενός δέντρου και να διδάξει. Ένας θυμωμένος και αγενής νεαρός ο οποίος βρισκόταν ανάμεσα στο πλήθος άρχισε να τον βρίζει χωρίς κανένα απολύτως λόγο.
Ο Βούδας δεν φάνηκε να αναστατώνεται από τις βρισιές και τις προσβολές, αντιθέτως συνέχισε να αναβλύζει αγάπη και ευχάριστα συναισθήματα. Αυτό προκάλεσε εντύπωση τόσο στο νεαρό τόσο και στο πλήθος που είχε μαζευτεί για να ακούσει το κήρυγμά του.
Τοτε ο Βούδας φώναξε το νεαρό να πλησιάσει και του έκανε μια ερώτηση. “Αν αγοράσεις ένα δώρο και το προσφέρεις σε κάποιον και αυτός δεν το δεχτεί, τότε σε ποιον ανήκει το δώρο;”

Η ερώτηση έπιασε εξ απροόπτου τον νεαρό ο οποίος απάντησε: “Το δώρο θα εξακολουθήσει Διαβάστε περισσότερα “Το δώρο του Βούδα”

Έφτιαξε ένα καπέλο που ήταν λευκό από τη μία πλευρά και κόκκινο από την άλλη και στη συνέχεια έβαλε τα ρούχα του ανάποδα και κόλλησε την πίπα του στον αυχένα του. Αφού τα έκανε όλα αυτά περπάτησε ανάμεσα στις δύο φάρμες καλημερίζοντας τους δύο άντρες. Αργότερα