Μια στιγμή ευτυχίας

Στο κυνήγι για την ευτυχία, τα πράγματα για κάποιους φαντάζουν απλά ενώ για άλλους περίπλοκα.

Το χρήμα, η εξουσία, η φήμη είναι οι πυλώνες που στήριξαν πολλοί την ζωή τους, κυρίως άτομα τα οποία βλέπουν την διαδικασία απλή. Θεωρούν ότι η μαθηματική σκέψη θα τους οδηγήσει στον πολυπόθητο στόχο.
Αυξάνοντας την φήμη, τον πλούτο και την εξουσία, θεωρούν ότι αυξάνουν και τα επίπεδα της ευτυχίας στη ζωή τους. Παρόλα αυτά βλέπουμε ανθρώπους στο απόγειο της δόξας τους να κάνουν κατάχρηση αλκοόλ, ναρκωτικών, να οδηγούνται στην κατάθλιψη και μερικές φορές να φτάνουν μέχρι και την αυτοκτονία.

Κυνηγούμε την ευτυχία λες και είναι κάτι στατικό. Θα την αποκτήσουμε πάση θυσία, αν χρειαστεί θα την αρπάξουμε από τα μαλλιά, θα την τραβήξουμε έξω από την κρυψώνα της και θα την τοποθετήσουμε σαν τρόπαιο στην τραπεζαρία μας. Σε περίοπτη θέση να τη βλέπουν οι άλλοι μαζί με τα ασημικά μας και να σκάνε από τη ζήλια τους.

Ίσως πάλι αυτοί που βλέπουν την διαδικασία περίπλοκη να έχουν δίκαιο. Ίσως το μόνο που ξέρουμε για την ευτυχία είναι να μιλάμε ή να γράφουμε για αυτή. Ίσως να είναι ένα ακόμα άγιο δισκοπότηρο. Το ιερό Γκράαλ του σύγχρονου ανθρώπου.

Αυτό όμως, που έχουμε βιώσει όλοι, τουλάχιστο στην παιδική μας ηλικία, είναι τις μικρές στιγμές ευτυχίας. Αυτές οι μικρές στιγμές χαράς που κάνουν τη ζωή όμορφη. Ίσως να τις θυμόμαστε καλύτερα στα παιδικά μας χρόνια γιατί τότε δεν είχαμε μάθει να φοβόμαστε τον κόσμο.

Οι στιγμές αυτές είναι πολύ σημαντικές, είναι αυτές που όλοι ανεξαιρέτως, άνδρες, γυναίκες, μεγάλοι και μικροί έχουμε ανάγκη. Το χαμόγελο του παιδιού μας. Το κλάμα στην γέννηση του. Τα χαμογελαστά μάτια του συντρόφου μας. Το χάδι των γονιών μας. Ή ακόμα μικρότερα, το ηλιοβασίλεμα, το αεράκι στο πρόσωπο μας, ένα ωραίο τραγούδι, μια καλή ταινία, ένας καλός καφές. Οι στιγμές αυτές είναι παντού, φτάνει να κάνουμε μια νοητή παύση, να τις βιώσουμε και να τις αισθανθούμε για αυτό που πραγματικά είναι.

Πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να απολαύσουν τις στιγμές αυτές γιατί φοβούνται το μέλλον, την επερχόμενη καταστροφή ή την τραγωδία που ίσως τους βρει. Προτιμούν να κρατούν τις άμυνες τους ψηλά και να είναι έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο. Το πρόβλημα με αυτή τη στάση είναι ότι για τις περισσότερες τραγωδίες δε μπορούμε να κάνουμε και πολλά πράγματα, όσο ψηλά τείχη και να έχουμε υψώσει.

Ας αφήσουμε κάτω την πανοπλία μας, ας είμαστε ευγνώμονες με αυτά που έχουμε και ας απολαύσουμε, έστω για λίγο, αυτά που απλόχερα μας προσφέρει η ζωή.

Παράθυρο ζωής

 

Ξεχωριστή ομοιότητα

Είσαι ένας ξεχωριστός άνθρωπος που προσπαθείς να είσαι σαν όλους τους άλλους. Να φαίνεσαι φυσιολογικός, να γίνεσαι κοινωνικά αποδεκτός.

Το πρόβλημα με το φυσιολογικό είναι ότι καθορίζεται από την μάζα. Σπάνια όμως η πρόοδος και η εξέλιξη οφείλεται στους πολλούς. Αντίθετα συνήθως η πλειοψηφία  καταδικάζει, απορρίπτει και δαιμονοποιεί κάθε τι νέο.

Το να έχεις το θάρρος να αγκαλιάσεις τον εαυτό σου σαν ξεχωριστό άνθρωπο είναι σαν να αποδέχεσαι ένα μέρος της τρέλας σου. Γιατί και η τρέλα καθορίζεται από την μάζα και την κοινωνία.

Τρελός είναι ο πρώτος χαρακτηρισμός που άκουσαν πολλοί από τους πρωτοπόρους.
Αυτό όμως δεν τους σταμάτησε από το να αλλάξουν τον κόσμο.

Η προσπάθεια να ακολουθήσουμε όλα τα κοινωνικά πρέπει, έχει μια ακόμα μεγαλύτερη επίπτωση πάνω στον ίδιο τον εαυτό μας. Μας αρρωσταίνει σωματικά και ψυχικά. Η καταπίεση κάνει το σώμα μας να αντιδρά,να εκκρίνει διάφορες ορμόνες για να μας βοηθήσει να ξεφύγουμε από την δυσάρεστη κατάσταση.
Εμείς το μόνο που καταλαμβαίνουμε είναι ότι δεν είμαστε καλά, η μόνη διέξοδος που βρίσκουμε είναι τα ψυχοφάρμακα ο αλκοολισμός τα ναρκωτικά και άλλες εξαρτησιογώνες ουσίες ή συμπεριφορές.

Το αποτέλεσμα είναι να γίνουμε ένα με το σύνολο, να είμαστε όμοιοι με αυτό που μας έκανε να νιώθουμε διαφορετικοί εξαρχής.

Είμαστε ευχαριστημένοι που χωρέσαμε στην παθολογία του συνόλου ξεφεύγοντας από την δική μας ατομική “παθολογία”.

Με πανοπλία

Η πανοπλία είναι βαριά, ο στρατιώτης κάθισε να ξεκουραστεί, η μάχη είχε τελειώσει.

Μα η πανοπλία ήταν εκεί να του πιέζει την καρδιά να του θυμίζει τα ουρλιαχτά, τον πόνο, τους νεκρούς.

Η ματωμένη πανοπλία του βάραινε την ψυχή.

Αποφάσισε να την καθαρίσει, χρησιμοποίησε ότι καλύτερο είχε, τον βοήθησαν οι καλύτεροι μάστορες. Η πανοπλία έλαμπε, ήταν μεγαλοπρεπής και εκθαμβωτική, ο στρατιώτης χαρούμενος άκουγε τον κόσμο να τον θαυμάζει για την υπέροχη πανοπλία, όμως συνάμα δεν τον προσέγγιζε σχεδόν κανένας.

Η χαρά του δεν κράτησε πολύ, οι μνήμες ξύπνησαν ξανά, τα σωθικά του πιέζονταν και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, η ζέστη αφόρητη. Σκέφτηκε να την βγάλει όμως φοβόταν πολύ, τι θα γίνει αν οι χωρικοί τον κτυπήσουν, τι θα γίνει αν ξαφνικά ξεσπάσει ακόμα ένας πόλεμος;

Αυτό, όμως, που φοβόταν περισσότερο ήταν η πιθανότητα να αρχίζει ο κόσμος να τον πλησιάζει, τι θα γίνει όταν δουν πως κάτω από την λαμπερή πανοπλία κρυβόταν ένας ακόμα άνθρωπος με αδυναμίες και ευαισθησίες;

“Όχι δεν θα την βγάλω ποτέ” σκέφτηκε, αν και στην πραγματικότητα ήθελε να κάνει φίλους, να αγαπήσει, να ερωτευτεί.

Τα χρόνια πέρασαν, όμως κανένας δεν τον κτύπησε, δεν βρέθηκε σε καμία μάχη, δεν διέτρεξε κανένα κίνδυνο, δεν τον πλησίασε κανένας άνθρωπος.

Οι εφιάλτες παρέμεναν, η δυσφορία επέμενε και δεν έβλεπε καμία διέξοδο, η πανοπλία είχε πλακώσει τον κόσμο όλο.

Δεν μπόρεσε να ζήσει γιατί φοβόταν να πεθάνει.

Γράφει:
Παύλος Κωνσταντίνου

Όσοι θέλετε να αναδημοσιεύσετε κάποιο άρθρο, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.
© 2017 – noarmour.com - All Rights Reserved
error: Content is protected !!